Λουίζα Μπατίστα: «Όλοι με θεωρούν πεθαμένη» – Μόνη και με προβλήματα όρασης στα 96 της χρόνια
«Εχω τη δύναμη να αυτοκτονήσω, αλλά δεν το κάνω για να μη σπιλώσω τα παιδιά μου» είχε δηλώσει.
Τυφλή, έχοντας ήδη πατήσει τα 96 χρόνια της και έχοντας παρηγοριά μόνο τις αναμνήσεις της, μακριά από κάθε είδους δημοσιότητα και ξεχασμένη από το σωματείο συνταξιούχων ηθοποιών αλλά και το υπουργείο Πολιτισμού, η άλλοτε μεγάλη δόξα του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης Λουίζα Μπατίστα, η γυναίκα-θρύλος των θιάσων και κολλητή της Γεωργίας Βασιλειάδου, συγκλονίζει.
Για ακόμα μία φορά, μετά την Γκέλυ Μαυροπούλου και τη Δέσποινα Στυλιανοπούλου, που έφυγαν εντελώς μόνες παρακαλώντας τους συναδέλφους τους για ένα τηλεφώνημα, για μια «καλημέρα», ακόμα μία περίπτωση μεγάλης θεατρίνας έρχεται να αποδομήσει το αφήγημα τόσο του σωματείου συνταξιούχων ηθοποιών όσο και του επίσημου κράτους ότι βρίσκονται κοντά τους, στη δύση της ζωής τους.
Πόσο μάλλον τις άγιες αυτές ημέρες, που η μοναξιά στην τρίτη ηλικία είναι η νούμερο ένα σκέψη για να βάλουν τέλος στη ζωή τους. «Νίκο, έλα να με δεις, οδεύω προς το τέλος.
Πριν πεθάνω θέλω να σου εκμυστηρευτώ κάποια πράγματα» είναι τα λόγια που έγιναν μαχαίρι στην καρδιά μου όταν τη Μεγάλη Δευτέρα τής τηλεφώνησα για να της ευχηθώ για τις άγιες ημέρες του Πάσχα. Με κάποια ελάχιστα δώρα στα χέρια σε σχέση με την αξία αυτής της σπουδαίας γυναίκας, βρέθηκα άμεσα στο σπίτι της.
Με δυσκολία μπόρεσε να μου ανοίξει πλέον την πόρτα, αφού η ολοκληρωτική τύφλωση της έχει δημιουργήσει αδυναμία στο να δέχεται κόσμο. «Παιδί μου, έχω τη δύναμη να αυτοκτονήσω. Ομως, δεν το κάνω για να μη σπιλώσω τα παιδιά μου… Σηκώνω το ακουστικό για να διαπιστώσω αν λειτουργεί το τηλέφωνό μου. Λειτουργεί, και όμως κανένας συνάδελφος δεν μου τηλεφωνεί και ας έδωσα την ψυχή μου για το σωματείο μας όταν ήμουν αντιπρόεδρος…
Οταν ο Παντελής Ζερβός μού πρωτοείπε για τον θάνατο της κόρης του στη Σαντορίνη και ότι τη βρήκε μέσα στο φέρετρο, κατά την εκταφή, ανάποδα, αποφάσισα ότι θέλω να με αποτεφρώσουν… Εχω μεγάλη πίκρα από το σωματείο των συνταξιούχων ηθοποιών. Οταν ζήτησα τη βοήθειά τους για έναν γιατρό, με αγνόησαν σαν να είχα πεθάνει… Δεν θέλω να ζω σε μια τέτοια κοινωνία που με θεωρούν νεκρή» είναι μερικές από τις φράσεις μέσα από την τρίωρη συζήτηση που είχαμε μαζί της όταν βρεθήκαμε στο σπίτι της, και είναι γροθιά στο στομάχι.
Ένδοξη εποχή
Και καταφέραμε να μας μιλήσει τόσο για την ένδοξη εποχή που έζησε δίπλα στα ιερά τέρατα, όπως ήταν η Βασιλειάδου, ο Λογοθετίδης, ο Αυλωνίτης, ο Μακρής, ο Χατζηχρήστος, ο Μαυρέας, ο Ηλιόπουλος, αλλά και για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει με την τύφλωση που έχει. Τη Λουίζα Μπατίστα οι νεότερες γενιές ίσως τη θυμούνται από τη διαφήμιση του περίφημου «Γιάκομπς Καφέ», όταν πριν από μερικά χρόνια έπαιζε κατά κόρον σε όλα τα κανάλια.
Εκτοτε η ίδια τυφλώθηκε και αποσύρθηκε στο σπίτι της στα βόρεια προάστια, έχοντας μόνο μια σκέψη: να φύγει από τη ζωή όσο το δυνατόν πιο σύντομα, μια και όλοι τη θεωρούν ήδη πεθαμένη. Βλέπετε, για τα σωματεία των ηθοποιών οι άνθρωποι αυτοί, που έχουν πατήσει τα 90, ίσως δεν υπάρχουν.
«Υπήρξα αντιπρόεδρος στο σωματείο και κάθε μέρα επισκεπτόμουν όλους τους ηλικιωμένους συναδέλφους μου. Κάθε εβδομάδα πήγαινα στην Κυψέλη και με ένα μπουκέτο λουλούδια επισκεπτόμουν την Ιλυα Λιβυκού. Καθόμασταν ώρες μαζί για να μη νιώθει μόνη της. Οταν πριν από έναν χρόνο χρειάστηκα να μου συστήσουν έναν γιατρό δικό τους από το σωματείο, με αγνόησαν. Εδώ δεν παίρνουν ένα τηλέφωνο να δουν αν ζω!
Πλέον δεν θέλω ούτε την καλημέρα τους. Και ας έδωσα τη ζωή μου σε αυτό το σωματείο που τόσο ήμουν περήφανη» λέει με παράπονο και πόνο ψυχής κρατώντας μου το χέρι, θέλοντας να νιώσει ότι έχει κάποιον δίπλα της. Πριν από λίγους μήνες ένα ολόκληρο χρηματοκιβώτιο με κοσμήματα τεράστιας αξίας έκανε φτερά.
«Δεν είχα ποτέ ανάγκη από υλικά αγαθά, γιατί κατάγομαι από μια πολύ καλή οικογένεια. Να σκεφτείς ότι ένα μεγάλο μέρος των κοσμημάτων μου όταν ήμουν αντιπρόεδρος τα είχα πουλήσει για να σώσω το παιδί δύο συναδέλφων μου ηθοποιών. Και σήμερα στο σωματείο εμάς τους παλαίμαχους δεν μας ξέρουν.
Κατάλαβες σε τι κοινωνία ζω; Δεν έχω παράπονο από τον απλό κόσμο, που όταν με βγάζει η εγγονή μου έξω όλοι μου φιλάνε το χέρι» λέει με πάσα ειλικρίνεια για την πλήρη εγκατάλειψη που νιώθει από το σινάφι της.
Στο σαλόνι του σπιτιού της τα μόνα βραβεία που έχει σε κορνίζα είναι εκείνο από το ΣΕΗ, όταν πριν από πολλά χρόνια την είχαν βραβεύσει για την προσφορά της στους ανήμπορους ηθοποιούς, αλλά και το βραβείο από τον Δήμο Αθηναίων. «Ξέρεις, Νίκο, το θέμα για εμάς τους ανήμπορους καλλιτέχνες είναι ηθικής τάξεως.
Δεν ζήτησα απολύτως τίποτα. Εχω τα πάντα από υλικά αγαθά. Ενα τηλεφώνημα όμως για εμένα και τους άλλους καλλιτέχνες που έχουμε αποσυρθεί είναι βάλσαμο στην ψυχή μας» λέει και σκουπίζει τα δάκρυά της από το ρυτιδιασμένο πρόσωπό της, που δείχνει και τους κόπους μιας ολόκληρης ζωής μέσα στους μεγάλους θιάσους που άφησαν ιστορία.
Από τότε που τυφλώθηκε, η σπουδαία θεατρίνα έχει για παρηγοριά μόνο τους ήχους των πουλιών στην αυλή της πολυκατοικίας όπου διαμένει, αλλά και τα τηλεφωνήματα από τους δικούς της ανθρώπους, τις κόρες της και τα εγγόνια της. «Εδώ και μερικά χρόνια δεν βλέπω απολύτως τίποτα.
Απλά θυμάμαι πού έχω τα πράγματά μου, πηγαίνω σιγά σιγά, τα παίρνω και κάνω τις δουλειές μου. Μη σκεφτείς πολλά πράγματα. Οσα μου επιτρέπουν οι δυνάμεις μου.
Το τηλέφωνο το έχω στην τσέπη μου και όταν με πάρουν, έχει καλώς και το σηκώνω. Αλλιώς δεν βλέπω τους αριθμούς να πάρω εγώ. Γι’ αυτό και σου είπα ότι ένα τηλεφώνημα δεν στοιχίζει απολύτως τίποτα για να σου κάνει ο άλλος» λέει με πίκρα…
Καθώς καθόμαστε στις καρέκλες του τραπεζιού της βεράντας και κρατώντας το μπαστουνάκι της αρχίζει να θυμάται διάφορα περιστατικά με όλα τα ιερά τέρατα εκείνης της εποχής. Δεν τη χορταίνεις καθώς ξέρεις πως είναι σχεδόν η τελευταία όλης εκείνης της ένδοξης γενιάς των ιερών τεράτων, που δεν θα ξαναβγούν στη σκηνή.
«Ο Ορέστης Μακρής ήταν ο πιο αμόλυντος, άμεμπτος και υπέροχος άνθρωπος που έχω γνωρίσει στο δύσκολο αλλά και ίσως βρόμικο αυτό επάγγελμα. Δουλεύαμε μαζί σε έναν θίασο και ήξερε ότι καταγόμουν από μια πολύ καλή οικογένεια. Ο θιασάρχης, λοιπόν, με είχε βάλει με κάποιες άλλες πρωταγωνίστριες που δεν ήταν και τόσο… Τότε ο Μακρής, τον οποίον σέβονταν όλοι, γυρίζει και μου λέει “Λουιζάκι, κάθε μέρα όταν θα θέλεις να ετοιμαστείς για την παράσταση θα σου δανείζω το δικό μου καμαρίνι. Θα φύγεις από εκεί που σε έχουν βάλει».
Οντως, κάθε βράδυ έφευγε εκείνος για να ετοιμαστώ εγώ στο δικό του καμαρίνι. Δεν έχω γνωρίσει πιο υπέροχο άνθρωπο και οικογενειάρχη». Λίγο πριν κλείσουμε θυμήθηκε και τον μέγα εραστή Χατζηχρήστο. «Στον θίασο του Χατζηχρήστου έμεινα για χρόνια. Μέγας κωμικός και μέγας εραστής. Εμένα μου φέρθηκε σπαθί. Να σκεφτείς ότι η γυναίκα του η Ντιριντάουα εμένα με εμπιστευόταν για να πηγαίνω μαζί του με το αυτοκίνητο στις τουρνέ, για να μη λοξοκοιτάζει άλλες και να της λέω αν κάνει κάτι πίσω από την πλάτη της.
Αυτό που συνέβαινε με τον Χατζηχρήστο και τις γυναίκες δεν νομίζω να συνέβαινε με άλλον άντρα. Δεν άφηνε θηλυκή γάτα. Εμένα με σεβόταν. Κάποτε μια πρωταγωνίστρια με την οποία είχε συνάψει δεσμό τού έκανε ζήλιες για εμένα.
Γυρίζει σε έναν καβγά μέσα στο καμαρίνι τους και της λέει “μην ξαναπιάσεις στο στόμα σου το Μπατιστάκι γιατί θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα. Η Λουίζα είναι μια κυρία και την έχω πάνω απ’ όλες”. Οι ώρες πέρασαν και η τυφλή, πλέον, Λουίζα Μπατίστα, κουρασμένη πια από τις αφηγήσεις τόσων ωρών μού ζητάει ένα μόνο πράγμα: «Μη με ξεχάσεις και εσύ. Σε παρακαλώ. Και εγώ κάθε βράδυ προσεύχομαι για εσένα να πας τα διπλάσια χρόνια από τα δικά μου».








